Editions Timeline

Warhammer 1st Edition - Box Front   Warhammer 1st Edition - Box Back

Η δυναστεία του Warhammer Fantasy Battles ξεκινά το 1983 με την πρώτη έκδοση του παιχνιδιού. Η ιδέα πίσω από την ανάπτυξη του προϊόντος προήλθε από την citadel που σκέφτηκε ότι θα ήταν ωραίο να χρησιμοποιούσαν όλα τα μοντέλα που είχαν εκδώσει για τα RPGs, μαζί στο τραπέζι. Στην πραγματικότητα δεν ήταν η πρώτη φορά που επιχειρούσαν να γράψουν κανόνες για ένα παιχνίδι με μινιατούρες. Το 1978 ο Richard Halliwell και ο Rick Pristley δημιούργησαν την πρώτη έκδοση (και το 1981 την δεύτερη) του παιχνιδιού Reaper, ενός Skirmish scale Wargame που παίζονταν με περίπου 30 μοντέλα, καθώς και μία αντίστοιχη Sifi δουλειά (από τον Richard Halliwell), το Leserburn. Δεν ξέρω να σας πω πολλά για τις προσπάθειες αυτές, εκτός του ότι επρόκειτο για τους πρόδρομους του Warhammer.

Ο Rick Pristley σε συνέντευξη του αναφέρει ότι τότε δεν περίμεναν να σημειώσουν επιτυχία. Εκείνη την εποχή τα Wargames που κυκλοφορούσαν είχαν καθαρά ιστορικό χαρακτήρα και το fantasy στοιχείο ήταν αντίθετο με το ρεύμα της αγοράς. Η πρώτη έκδοση του Warhammer κυκλοφόρησε με την μορφή τριών ασπρόμαυρων βιβλίων μέσα σε ένα κουτί. Τους κανόνες υπέγραφαν ο Brian Ansell, o Richard Halliwell και o Rick Pristley ενώ στην εικονογράφηση ήταν ο Tony Ackland. Στο εξώφυλλο του κουτιού απεικονίζονταν ένας Chaos Warrior (μετέπειτα γνωστός με το παρατσούκλι Harry the Hammer) να συντρίβει ένα σκελετό (φιλοτεχνημένο από τον John Blanche).

Στο πρώτο βιβλίο ‘’Tabletop Battles’’ περιγράφονταν οι βασικοί κανόνες για μάχες, είτε σε ανοιχτό πεδίο είτε μέσα σε Dungeon. Ακόμα περιείχε ένα εισαγωγικό σενάριο (The Ziggurat of Doom) και ένα Bestiary με 49 διαφορετικά πλάσματα. Στο δεύτερο βιβλίο: ‘’Magic’’ περιγράφονταν κανόνες για τους Μάγους, τα Φυλαχτά που χρειάζονταν και τα Ξόρκια που γνώριζαν (χωρισμένα σε τέσσερα επίπεδα δύναμης) ενώ στο τρίτο βιβλίο: ‘’Characters’’, δίνονταν όσα χρειάζεται για να λειτουργήσει το σύστημα και ως RPG (εισάγοντας Experience, Random encounters, Alignments και ένα εισαγωγικό Campaign, το ‘’The Redwake River’’). Στην βρεφική αυτή έκδοση του κόσμου, το μυθολογικό υπόβαθρο ακολουθούσε τα στερεότυπα των υπαρχόντων μοντέλων (τα Dark elves ονομάζονταν Night elves, ανάμεσα στις οικογένειες των goblins συναντούσες επιπλέον Red Goblins & Grate Goblins ενώ δεν μπορώ να μην αναφέρω τους ‘’Menfish’’ και τα ‘’Balrog s’’).

Στη συνέχεια κυκλοφορεί το Citadels Compendium. Μία έκδοση με κύριο σκοπό να επιδείξει συγκεντρωμένα όλα τα διαθέσιμα μοντέλα της Citadel (όπως είχαν δημοσιευτεί στις σελίδες των White Dwarf) μαζί με τα profiles τους. Ταυτόχρονα θεωρείτο και επέκταση του παιχνιδιού γιατί περιείχε ένα νέο σενάριο (Τhe Legent of Kremlo the Slann) και κανόνες για να χρησιμοποιηθεί το σύστημα ακόμα και σε κόσμους επιστημονικής Φαντασίας.

Forces of Fantasy - Box Front    Forces of Fantasy - Box Back

Η πρώτη επίσημη επέκταση του παιχνιδιού κυκλοφόρησε το 1984 με το όνομα ‘’Forces of Fantasy’’. Επρόκειτο για μία ακόμα κυκλοφορία με περιεχόμενο τρία ασπρόμαυρα βιβλία σε ένα κουτί. Την δουλειά αυτή υπογράφουν ο Bryan Ansell και ο Rick Pristley ενώ στην εικονογράφηση επιστρατεύονται οι ίδιοι καλλιτέχνες. Στο πρώτο βιβλίο περιέχονται πληροφορίες σχετικά με τις φυλές του κόσμου. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε τέσσερις ομάδες, σύμφωνα με την γεωγραφική τους καταγωγή (Σαμουράι, Βίκινγκς, Άραβες και Ιππότες) ενώ περιγράφονται κάποιες φυλές που αργότερα πέρασαν στη λήθη (όπως τα Gnomes και τα Sea Elves). Στο δεύτερο βιβλίο συγκεντρώνονταν διάφοροι ποιο εξειδικευμένοι κανόνες (όπως το πως λειτουργούν οι πολεμικές μηχανές και τα έφιππα μοντέλα), κανόνες για μισθοφόρους και μεμονωμένους ήρωες, όπως και ένας βασικός οδηγός για την σύνθεση των στρατών. Το τρίτο βιβλίο παρουσίαζε έναν μεγάλο αριθμό από έτοιμα Battalions (Army lists).

Δύο ακόμα επεκτάσεις ήταν σχεδιασμένες για να πλαισιώσουν την έκδοση αλλά τελικά δεν βρήκαν τον δρόμο για το τυπογραφείο. Η πρώτη διαφημίζονταν στο Citadels Compendium με το όνομα Forces of Chaos και η δεύτερη επρόκειτο για ένα Supplement με θέμα τις ζούγκλες της Lustria.

Θέλοντας να περιγράψω πως έπαιζε η συγκεκριμένη έκδοση θα μιλήσω λίγο για την σειρά με την οποία δραστηριοποιούνταν οι παίκτες, το πως ορίζονταν τα χαρακτηριστικά των μοντέλων και πως δούλευε το σύστημα της μαγείας. Οι παίκτες ενεργοποιούσαν τα μοντέλα τους εκ περιτροπής χωρίζοντας με αυτό τον τρόπο το παιχνίδι σε γύρους (τότε μία παρτίδα κρατούσε μέσο όρο δέκα με δώδεκα γύρους). Κάθε γύρος ξεχωριστά εξελίσσονταν ακολουθώντας τα εξής βήματα: Movement face, (ο παίκτης που έπαιζε μπορούσε να μετακινήσει τις μονάδες του ή να αλλάξει τον σχηματισμό τους), Shooting face (όσα μοντέλα του παίκτη είχαν την δυνατότητα επίθεσης από μακριά μπορούσαν να στοχεύσουν τους αντιπάλους τους), Combat face (τα μοντέλα που βρίσκονταν και από τις δύο παρατάξεις σε συμπλοκή σώμα με σώμα πολεμούσαν μεταξύ τους), Second movement face (εκεί επιτρέπονταν να μετακινηθούν ξανά οι μονάδες που δεν είχαν εμπλακεί σε μάχη), Magic face (οι μάγοι εκτελούσαν τα ξόρκια τους) και Rout face (όσοι είχαν λιποτακτήσει μπορούσαν να επιχειρήσουν ανασυγκρότηση).

Τα χαρακτηριστικά κάθε μοντέλου ήταν: Move, Weapon Skill, Ballistic Skill, Strength, Toughness (το οποίο αντί για αριθμό συνοδεύονταν από το αρχικό γράμμα της κατηγορίας που αντιστοιχούσε), Wounds, Initiative & Attacks. Οι Μάγοι έκαιγαν βαθμούς από το απόθεμα του Constitution που διέθεταν για να εκτελέσουν ξόρκια μέχρι να εξαντληθούν.

Σε συνέντευξη τους οι δημιουργοί αναφέρουν ότι πολλές από τις αρχικές ιδέες τους δεν συμπεριελήφθησαν στην τελική έκδοση προκειμένου να τη κρατήσουν όσο ποιο απλή γίνονταν. Παραδείγματος χάριν, το πλάνο έλεγε ότι όποιος εισέρχονταν σε ένα δάσος ριψοκινδύνευε να χάσει έναν τυχαίο αριθμό γύρων επειδή θα μαγεύονταν από την μουσική και το κρασί των σατύρων που κατοικούσαν εκεί ή ότι στη μαγεία, αν το χρώμα που αντιστοιχούσε στην σχολή που ακολουθούσε ο μάγος αντιδρούσε με το βασικό χρώμα που είχε επιλέξει ο αντίπαλος για να βάψει τον στρατό του, θα ενισχύσει (ή θα αποδυνάμωνε) την ένταση των ξορκιών του.

Το παιχνίδι παρότι για τα σημερινά δεδομένα χαρακτηρίζεται από σύνθετους κανόνες, σε σχέση με τα άλλα ομοειδή παιχνίδια της εποχής του, ήταν εύκολο και εύχρηστο. Οι κανόνες ψυχολογίας απεικόνιζαν πετυχημένα την στερεοτυπική συμπεριφορά ορισμένων μυθικών πλασμάτων στο πεδίο της μάχης και η χρήση της μαγείας έντυνε το όλο σκηνικό με έναν εντυπωσιακό μανδύα.

2nd ed

Το 1984 η Games Workshop προχώρα στην δημοσίευση μίας νέας έκδοσης του παιχνιδιού κρατώντας την ίδια φιλοσοφία, (δηλαδή τρία ασπρόμαυρα βιβλία μέσα σε ένα κουτί (Combat, Battle Magic & Bestiary). Ο Rick Pristley έχει δηλώσει ότι η δεύτερη αυτή προσπάθεια επρόκειτο για ένα ραφινάρισμα της πρώτης έκδοσης. Οι Βασικές αλλαγές του συστήματος είναι ότι αντικαταστάθηκε με αριθμό το γράμμα της κατηγορίας στο χαρακτηριστικό του Toughness και ότι προστέθηκαν τέσσερα νέα χαρακτηριστικά (όπου είχαν προηγηθεί σαν optional Rules στο Citadel Compendium). Το δεύτερο αυτό σύνολο χαρακτηριστικών (Personal Characteristics) εισήγαγε στα είδη υπάρχοντα τα: Leadership (επηρέαζε με συντελεστές τις δοκιμασίες Fear & Terror), Intelligent (Ευφυΐα), Cool (Αυτοσυγκράτηση & ψυχραιμία) και Willpower (Αντίσταση στη Μαγεία).

Σε αυτό το στάδιο, το σύστημα της μαγείας εμπλουτίστηκε με τρεις νέες σχολές (Illusionist, Demonologists & Elementalists) ενώ αφαιρέθηκαν οι προϋποθέσεις των Talismans στην πρακτική των ξορκιών. Μαζί με τους κανόνες εκδόθηκε και μία περιπέτεια που συνοδεύονταν από χάρτινες φιγούρες (The Magnificent Sven). Τέλος, να αναφέρουμε ότι βλέπουμε για πρώτη φορά τον χάρτη του ‘’Known World’’ (ή Old World) με αναφορές στη γνωστή ιστορία του κόσμου (από τους Slanns και το Χάος μέχρι την Αυτοκρατορία των Ανθρώπων).

Η δεύτερη έκδοση επεκτάθηκε τα δύο επόμενα χρόνια με τρία Campaigns Supplements (τα Terror of the Lichmaster, Bloodbath at Orcs Drift το 1985 και το Tragedy of McDeath το 1986). Το 1987 κυκλοφορεί το Ravening Hordes, ένα Supplement με μία ποιο ώριμη προσέγγιση στον σχηματισμό των Army Lists. Ένα χρόνο πριν την Τρίτη έκδοση του παιχνιδιού, το 1986, κυκλοφόρησε και η Πρώτη έκδοση του Warhammer Fantasy RPG εμπλουτίζοντας τον Μύθο του Old World με πολλά νέα στοιχεία (κάποια λίγο διαφορετικά από αυτά που καθιερώθηκαν αργότερα, όπως ότι το βασικό πάνθεον του Χάους αποτελείτο από τρεις θεούς και στην απέναντι όχθη παρατάσσονταν αντίστοιχα τρεις θεοί του Νόμου).

3rd edition

Το 1987 κυκλοφορεί η Τρίτη έκδοση του παιχνιδιού έχοντας όλους τους κανόνες μαζεμένους σε έναν σκληρόδετο τόμο 300 περίπου σελίδων. Το εξώφυλλο είχε φιλοτεχνήσει ο John Sibbick και τους κανόνες υπέγραφαν οι Jim Bambra, Rick Pristley & Richard Halliwell. Με την έκδοση αυτή ολοκληρώνεται η πρώτη γενιά του Warhammer (συνολικά τρεις από τις οχτώ). Δεκαοχτώ χρόνια μετά, την στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές μία μεγάλη κοινότητα από Gamers υποστηρίζει θερμά την τρίτη έκδοση του παιχνιδιού (κάτω από το λάβαρο του‘’Old Hammer’’) συλλέγοντας μοντέλα εκείνης της περιόδου και διοργανώνοντας εκδηλώσεις και μάχες χρησιμοποιώντας τους κανόνες της.

Σε εκείνο το στάδιο εξέλιξης, η εταιρία αποσαφήνισε κάποια προβλήματα που εντοπίζονταν στη κίνηση των μονάδων αλλά ταυτόχρονα την έκανε ποιο σύνθετη και περίπλοκη (πχ συναντούσες σχηματισμούς σε περίμετρο κύκλου, περίμετρο τετράγωνου, σχηματισμό τριγωνικής αιχμής, σχηματισμό συμβατικού τετραγώνου κα). Ο νικητής μίας εκ του συστάδην συμπλοκής μπορούσε να απωθήσει τον ηττημένο δύο ίντσες πίσω και τα ιπτάμενα μοντέλα υπολόγιζαν το ύψος της πτήσης τους μεταξύ έξι επιπέδων. Τα χαρακτηριστικά των μοντέλων και οι φάσεις του παιχνιδιού παρέμειναν όμοιες με την προηγούμενη έκδοση (το δεύτερο Movement Face άλλαξε όνομα σε Reserve Face και το Root Face έγινε Rallying Face), όπως σε γενικές γραμμές ίδιος έμεινε και ο μηχανισμός της μαγείας.

Η Τρίτη έκδοση του Warhammer ήταν και η πρώτη που έδωσε εκτενείς πληροφορίες για τον κόσμο και την μυθολογία του Old World. Επεκτάθηκε με τέσσερα Supplements. Αρχικά το 1988 με το Warhammer Armies που αντικατέστησε το Ravening Hordes (το οποίο οι παίκτες συνέχισαν να χρησιμοποιούν μέχρι εκείνη την στιγμή) και στη συνέχεια τους δύο τόμους ‘’Realm of Chaos’’ (Slaves to Darkness & the Lost & the Damned) που ανέλυαν σε βάθος τους τέσσερις θεούς του χάους και τους υποτακτικούς τους (τόσο στο σύμπαν του Warhammer Fantasy όσο και στο σύμπαν του Rogue Trader). Τελευταία επέκταση της έκδοσης ήταν το Warhammer Siege που κάλυπτε την διεξαγωγή πολιορκιών.

4th ed

Η δεύτερη γενιά του Warhammer ξεκινά τον Οκτώβρη 1992 με την τέταρτη έκδοση του παιχνιδιού. Τους κανόνες υπογράφουν οι Rick Pristley, Bill King και Andy Chambers. Για πρώτη φορά βλέπουμε την κυκλοφορία ενός εισαγωγικού »Starter Set» με 104 πλαστικές μινιατούρες (High Elves εναντίον Goblins), τους κανόνες και όλα όσα χρειάζεται κάποιος για να ξεκινήσει το παιχνίδι (ζάρια, μεζούρες, χνάρια εμβέλειας, χαρτονένια κτήρια και tokens για τους χαρακτήρες που δεν εμπεριέχονταν στο πακέτο) μέσα σε ένα εντυπωσιακό κουτί φιλοτεχνημένο από τον Geoff Taylor. Η γενιά αυτή (Τέταρτη και Πέμπτη έκδοση) σε εικαστικό επίπεδο χαρακτηρίζεται από έντονα χρώματα και μία Cartoon αισθητική στο βάψιμο και το στήσιμο των μοντέλων.

Η Εταιρία στην προσπάθεια της να διαφοροποιηθεί από το έργο των δύο πρώην συντελεστών της (τον Ian Bailey και τον Gary Chalk) που είχαν αποσχιστεί από την ίδια για να κυκλοφορήσουν το Fantasy Warlord, ένα πανομοιότυπο Wargame, άλλαξε ύφος και το παιχνίδι αντί να συνεχίσει από το σημείο που είχε σταματήσει, ξαναγράφτηκε από την αρχή. Εξακολουθούσε να παίζεται σε γύρους που χωρίζονται σε Φάσεις, αλλά ήταν απλούστερο και γρηγορότερο (σε αυτό το σημείο αποχαιρετάμε το Reserve Face ενώ το Rallying Face ενσωματώνεται στην αρχή του Movement Face). Επίσης τα χαρακτηριστικά των Leadership, Intelligent, Cool και Willpower συνοψίζονται σε ένα και μόνο χαρακτηριστικό, το Leadership. Η μαγεία γίνεται ένα αυτόνομο mini game που λάμβανε χώρα μέσα στο βασικό παιχνίδι (γνωστό και σαν Colors of Magic System).

Τον Δεκέμβριο του 1992 το μαγικό σύστημα εκδίδεται σε ένα ξεχωριστό κουτί (φιλοτεχνημένο από τον David Gallagher) με το όνομα ‘’Battle Magic’’. Περιείχε τους κανόνες για την μαγεία και πολλές κάρτες από χαρτόνι με ξόρκια και μαγικά αντικείμενα. Την ίδια εποχή, λόγο των τουρνουά που ξεκίνησε να διεξάγει η Games Workshop, καθιερώνεται το όριο των 2000 πόντων στα παιχνίδια, όπως και η διάρκεια των έξι γύρων ανά αγώνα.

Μία ακόμα αλλαγή που σηματοδοτήθηκε με την τέταρτη έκδοση ήταν η κυκλοφορία των ανεξάρτητων ‘’Army Books’’. Πλέον για να ασχοληθεί κάποιος με το χόμπι αρκούσε να διαβάσει τους βασικούς κανόνες και να επιλέξει έναν στρατό. Τα Army Books περιείχαν λεπτομέρειες για την ιστορία της κάθε φυλής και όλες τις επιλογές του παίκτη για τον στρατό που μπορούσε να φτιάξει. Γενικά εμπεριείχε όλο το απαραίτητο υλικό που στις προηγούμενες εκδόσεις χρειάζονταν να συγκεντρώσει από τα περιοδικά του White Dwarf και άλλα ξεχωριστά Supplements.

Τα βιβλία στρατών που κυκλοφορούν το μεσοδιάστημα της τέταρτης έκδοσης ήταν τα: Empire (01/1993), High Elves (02/1993). Orcs & Goblins (04/1993), Dwarves (06/1993), Skaven (12/1993), Undead (05/1994), Chaos (08/1994), Chaos Dwarves (12/1994 – επανεκτύπωση από σχετικά άρθρα του White Dwarf), Dark Elves (06/1995) και Wood Elves (05/1996). Κυκλοφόρησε επίσης ένα βιβλίο 144 σελίδων με συμβουλές τακτικής (επανεκτύπωση από σχετικά άρθρα του White Dwarf), υπό τον τίτλο Chronicles of War. Το βιβλίο πωλείτο μέσα σε ένα κουτί, μαζί με τρία χαρτονένια κτήρια και 18 κάρτες μαγικών αντικειμένων.

Τον Φεβρουάριο του 1995 κάνει την εμφάνιση της μία νεότερη έκδοση του Μαγικού συστήματος με το όνομα Arcane Magic. Μέσα στο κουτί υπήρχαν μαζεμένα ξόρκια για όλους τους στρατούς, ένα σετ από 20 Battle Magic Spell Card ενώ για πρώτη φορά τοποθετείται ένα όριο στα Spell που επιτρέπονταν να εκτελέσει κάποιος Caster ανά γύρο.

5th ed

Τον Οκτώβρη του 1996 η εταιρία κυκλοφορεί την Πέμπτη έκδοση του Warhammer. Ένα εντυπωσιακό εισαγωγικό κουτί φιλοτεχνημένο από τον Mark Gibbons κάνει την εμφάνισή του στα ράφια των καταστημάτων. Το κουτί περιείχε τους βασικούς κανόνες χωρισμένους σε δύο βιβλία (Rulebook & Bestiary), δώδεκα πλαστικούς ιππείς και εβδομήντα έξι πλαστικά μοντέλα πεζικού (Bretonnians Vs Lisardmen), μεζούρες, ζάρια, χνάρια εμβέλειας και σκηνικά από Χαρτόνι.

Τα χαρακτηριστικά των μοντέλων και οι Φάσεις του παιχνιδιού παραμένουν ίδια. Η Μαγεία κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1996 με την μορφή επέκτασης σε ξεχωριστό κουτί (φιλοτεχνημένο από τον David Gallagher και με κανόνες του Rick Pristley). Το μαγικό σύστημα εξακολουθεί να είναι ένα mini game μέσα στο βασικό παιχνίδι, αλλά σε αυτή την έκδοση ο μάγος δεν είχε την δυνατότητα να εκτελέσεις ξόρκια τον γύρο του αντίπαλου του (μετριάζοντας έτσι την παντοδυναμία του).

Τα Army Books που κυκλοφόρησαν κατά το διάστημα της πέμπτης έκδοσης ήταν τα: Bretonnians (10/1996), Lisardmen (02/1997), High Elves (05/1997), Realm of Chaos (Box) (01/1998), Champions of Chaos (05/1998), Dogs of War (09/1998) και Vampire Counts (06/1999). Τον Αύγουστο του 1998 κυκλοφορεί επίσης το Warhammer Siege με νεότερους κανόνες για Πολιορκίες.

Σε αυτή την έκδοση βλέπουμε και πέντε Campaigns. Tο 1997 κυκλοφορούν τα ‘’The Grunge of Drong’’ (Dwarves vs High Elves), ‘’Idol Gork’’ (Orcs & Goblins vs Empire), ’’Perilous Quest’’ (Bretonnians vs Wood Elves), Tears of Isha (High Elves vs Dark Elves) και το 2007 το Circle of Blood (Bretonnians vs Undead).

Η Πέμπτη έκδοση κέρδισε από τους οπαδούς του παιχνιδιού το παρατσούκλι ‘’Hero Hammer’’. Η δύναμη των συμβατικών μονάδων δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την ισχύ των ηρώων και των τεράτων τους, με αποτέλεσμα η μάχη να είναι ένας αγώνας μεταξύ ανίκητων χαρακτήρων και αναλώσιμων στρατιωτών.

6th ed

Με το τέλος της χιλιετίας κυκλοφορεί από τους Rick Pristley & Tuomas Pirinen (και με την συμβολή των Allesio Cavatore, Jake Thornton και Nigel Stillman) η 6η έκδοση του παιχνιδιού. Από εκείνο το σημείο ξεκινά η Τρίτη γενιά του Warhammer. Το Εισαγωγικό κουτί (φιλοτεχνημένο από τον Geoff Taylor) περιείχε μεζούρες, πλαστικά χνάρια αποστάσεων, ζάρια, ένα χάρτινο κτήριο, ένα σύνολο πλαστικών μοντέλων από 71 πεζούς στρατιώτες, δύο έφιππους διοικητές, ένα chariot και ένα warmachine με το πλήρωμά τους (Orcs Vs Empire) καθώς και ένα μεγάλου μεγέθους Rullebook με μαλακό εξώφυλλο (κυκλοφόρησε και αυτόνομα, αρχικά με μαλακό και στη συνέχεια με σκληρό εξώφυλλο).

Οι συντελεστές της έκδοσης είχαν αποφασίσει ότι το μαγικό σύστημα των δύο προηγούμενων εκδόσεων παρουσίαζε πρακτικές δυσκολίες στη μετάφραση των καρτών που έπρεπε να εκτυπωθούν για τις μη αγγλόφωνες χώρες. Έτσι ο Rick Priestley φώναξε τον Tuomas Pirinen και του ανέθεσε να προσαρμόσει τη μαγεία με τρόπο που να χρησιμοποιεί ζάρια αντί για κάρτες και να μπορεί να ενσωματωθεί στους βασικούς κανόνες. Σε αυτό το σημείο το Magic Face μετακομίζει από το τέλος του γύρου στην αρχή (και ποιο συγκεκριμένα μετά από το Movement Face).

Η ατμόσφαιρα του Old World γίνεται ποιο βλοσυρή και διατηρεί αυτό το ύφος μέχρι το τέλος (ταυτόχρονα εκδίδεται και η δεύτερη έκδοση του Warhammer Fantasy RPG που συνηγορεί προς την ίδια κατεύθυνση). Οι ήρωες παρότι είναι ισχυροί (και εξαιρετικά πολύτιμοι), παύουν να κερδίζουν μόνοι τους τις μάχες. Ο τακτικός στρατός αποκτά ξανά δύναμη λόγο του σημαντικού ρόλου που έπαιζαν στο Combat Resolution τα πλεονεκτήματα των περισσότερων γραμμών, τα λάβαρα και η υπεροχή των υπεράριθμων αντρών. Ακόμη, στην έκτη έκδοση βλέπουμε να εμπεριέχονται στους βασικούς κανόνες σύστημα για συμπλοκές σε Skirmish κλίμακα (ίδιοι με του Mordheim) και κανόνες για πολιορκίες.

Οι μάχες αυτής της έκδοσης αφήνουν πίσω τη High Fantasy προσέγγιση (με επίκεντρο τους υπέρλαμπρους ήρωες και τα παντοδύναμα όπλα τους) για μία ποιο αληθοφανή απεικόνιση των συγκρούσεων. Σε αυτό συντελεί και η δραστική αλλαγή που εφάρμοσαν στον τρόπο σύνθεσης των Army Lists. Μέχρι εκείνη την στιγμή οι παίκτες αποφάσιζαν την σύνθεση του στρατού τους απλά προσέχοντας να μην ξεπεράσουν κάποια όρια πόντων (π.χ δεν επιτρέπονταν να συμπεριλάβουν περισσότερα Warmachines από το 50% της λίστας). Στην έκτη έκδοση εισάγεται η κατηγοριοποίηση των μονάδων σε Core Units (Το βασικό σώμα του στρατού), Special Units (Καλύτερα εκπαιδευμένες μονάδες) και Rare Units (Σπάνιες μονάδες). Κατηγοριοποιεί επίσης τους χαρακτήρες σε Lords & Heroes ενώ επιβάλει ότι μία λίστα 2000 πόντων μπορεί να περιέχει το πολύ έναν Λόρδο, μέχρι 3 ήρωες, 3 (τουλάχιστον) Core Units, μέχρι 4 Special Units και ως 2 Rare Units.

Οι παραπάνω αλλαγές κατέστησαν απαραίτητη την κυκλοφορία ενός ένθετου μαζί με το White Dwarf 250 (υπό την ονομασία Ravening Hordes) γραμμένο από τους Jake Thornton και Alessio Cavatore. Το ένθετο αυτό διευκρίνιζε για όλα τα Units των υπαρχόντων παρατάξεων την κατηγορία τους και τα χαρακτηριστικά τους.

Τα Army Books που εκδόθηκαν κατά την διάρκεια της έκτης έκδοσης είναι τα : The Empire (10/2000), Orcs & Goblins (11/2000), Dwarves (01/2001), Vampire Counts (04/2001), Dark Elves (06/2001), High Elves (01/2002), Skaven (03/2002), Hordes of Chaos (06/2002), Tomb Kings (01/2003), Lizardmen (05/2003), Beast of Chaos (08/2003), Ogre Kingdom (01/2005), Wood Elves (09/2005) και Dwarves (01/2006). Επίσης το 2003 κυκλοφόρησε σαν ένθετο του White Dwarf ένα βιβλιαράκι με τις δυνάμεις του Kislev ως Allied Force.

Το μεσοδιάστημα της έκτης έκδοσης κυκλοφόρησαν τρία Campaigns Books. Τον Αύγουστο του 2001 το Dark Shadows (με επίκεντρο τη νήσο του Albion), τον Ιούνιο του 2004 το Storm of Chaos (με θέμα την επέλαση του Χάους) και το 2005 η Lustria (με επίκεντρο τις ζούγκλες του νέου Κόσμου). Τέλος, κυκλοφόρησαν δύο ιδιαίτερα Supplements. Το 2002 το Warhammer Skirmish με θεματικά σενάρια για παιχνίδια με λίγα μοντέλα (πχ την προσπάθεια μίας ομάδας Slayers να παγιδέψουν έναν γίγαντα ή μίας ομάδας κυνηγών να αρπάξουν τα αυγά ενός Gryphon από τη φωλιά του) και το 2003 το Generals Compendium, ένα ανθολόγιο 152 σελίδων με κανόνες για Campaigns, Πεδία μάχης με θεματική γεωγραφία, Multi Players Games, Ναυμαχίες και επιδρομές σε οικισμούς για αρπαγή λαφύρων.

7th ed

Τον Σεπτέμβρη του 2006, από την πένα του Allesio Cavatore το τιμόνι περνάει στην έβδομη έκδοση. Το βασικό κουτί (φιλοτεχνημένο από τον David Gallaher) παρουσιάζεται με την μορφή ενός μικρού Campaign σκοπεύοντας να εκπαιδεύσει σταδιακά τους αρχάριους παίκτες. Επίσης για πρώτη φορά βλέπουμε να κυκλοφορεί και στη γλώσσα μας μεταφρασμένο από τον Θωμά Μαστακούρη. Οι στρατοί που συγκρούονται ήταν μία Φατριά Νάνων και μία Φυλή Goblins που αγωνίζονταν για την κατοχή ‘’του περάσματος του Κρανίου’’. Το κουτί έδινε πάνω από 100 πλαστικές μινιατούρες (συν ένα πλαστικό Idol of Mork, έναν πλαστικό φράχτη και δύο objectives), ζάρια, πλαστικά χνάρια αποστάσεων, μεζούρες, ένα βιβλίο με εισαγωγικά σενάρια και ένα Mini RuleBook με τους κανόνες του μεγάλου Rulebook (το οποίο κυκλοφόρησε εκτός κουτιού με σκληρό εξώφυλλο).

Βασικές αλλαγές στους κανόνες είναι η κατάργηση της δυνατότητας των μονάδων να αναδιατάσσονται περικυκλώνοντας τα flanks των ηττημένων αντιπάλων τους και η κατάργηση του proximity που επέτρεπε σε μεμονωμένους ήρωες όσο είναι πλησίον φιλικών μονάδων να μην γίνονται στόχοι αντίπαλων πυρών. Επίσης η γραμμή της παράταξης αλλάζει από τέσσερα μοντέλα στα πέντε. Στην έβδομη έκδοση το Battlefield ελέγχει όποιος έχει το δυνατότερο Shooting face, Magic face και το ισχυρότερο ιππικό. Το χόμπι γνωρίζει ιδιαίτερη άνθιση και σε αυτό συντελεί η αύξηση της δημοτικότητα του European Team Championship, ενός ανεξάρτητου πρωταθλήματος με πυρήνα την Πολωνική Κοινότητα.

Τα Armybooks της έβδομης έκδοσης ήταν τα: Orcs&Goblins (10/2006), Empire (01/2007), High Elves (11/2007), Daemons of Chaos (03/2008), Vampire Counts (05/2008), Dark Elves (08/2008), Warriors of Chaos (10/2008), Lisardmen (02/2009). Σε γενική ομολογία τα Army Books της έβδομης έκδοσης άνοιξαν ένα μεγάλο ψαλίδι μεταξύ των στρατών, καθιστώντας τα νεότερα βιβλία αρκετά ποιο ισχυρά των παλαιότερων. Μαζί με το White Dwarf 329 κυκλοφόρησε και το Nemesis Crown, ένα βιβλιαράκι 36 σελίδων με θέμα ένα Campaign για την ανάκτηση μίας μυθικής κορώνας των Νάνων.

8th ed

Η Τρίτη γενιά ολοκληρώνεται το 2010 με την όγδοη έκδοση. Τους κανόνες υπογράφει μία μεγάλη ομάδα από σχεδιαστές όπως ο Allesio Cavatore, Robin Cruddace, Graham Davey, Andy Hoare, Jervis Johnson, Phil Kelly, Andrew Kenrick, Jeremy Vetock, Matthew Ward. Παρότι το παιχνίδι ακολουθεί την κατεύθυνση των δύο προηγούμενων εκδόσεων, εμπεριείχε επίτομες αλλαγές που διαφοροποίησαν ριζικά την φιλοσοφία των Μαχών.

Το βασικό κουτί έμοιαζε με τον προκάτοχο του με την διαφορά ότι δεν είχε σενάρια για αρχάριους. Περιείχε ένα Mini Rulebook, ένα δεύτερο ολιγοσέλιδο βιβλίο με την σύνοψη του παιχνιδιού, μεζούρες, πλαστικά χνάρια εμβέλειας, ζάρια και 74 πλαστικές μινιατούρες (στο καλύτερο ως εκείνη την στιγμή επίπεδο ποιότητας). Η θεματολογία ακολουθούσε την συμπλοκή των High Elves με τα Skaven σε μία νήσο με το όνομα ‘’The Island of Blood’’.

Οι βασικές αλλαγές στους κανόνες ήταν η κατάργηση του τυχαίου υπολογισμού των αποστάσεων (και η δυνατότητα μέτρησης του Battlefield οποιαδήποτε στιγμή). Οι στρατιώτες που αναπλήρωναν τις απώλειες αντεπιτίθενται τον ίδιο γύρο. Ο αριθμός των μάχιμων μοντέλων αλλάζει από την μία γραμμή στις δύο πρώτες ενώ η σειρά προτεραιότητας στη μάχη ορίζεται από την τιμή του Initiative ακόμη και τον γύρο που τα μοντέλα δέχονται Charge. Στη ψυχολογία αποκτούν σοβαρό πλεονέκτημα οι μονάδες που υπερτερούσαν σε αριθμούς. Η μαγεία ενισχύεται αποκτώντας ξανά ιδιαίτερη σημασία και τέλος, στο Army Listing παρότι οι μονάδες παραμένουν χωρισμένες σε κατηγορίες υπολογίζονται σε σύνολο πόντων (πχ ένας στρατός μπορούσε να έχει το 50% των συνολικών του πόντων σε Special Units και μέχρι το 25% σε Rare).

Τα Army Books που εκδόθηκαν στο διάστημα της όγδοης έκδοσης ήταν τα: Orcs&Goblins (03/2011), Tomb Kings (05/2011), Ogre Kingdoms (09/2011), Vampire Counts (01/2012), Empire (04/2012), Warriors of Chaos (02/2013), Daemons of Chaos (03/2013), High Elves (05/2013), Lisardmen (08/2013), Dark Elves (10/2013), Dwarves (02/2014), Wood Elves (05/2014). Όλα κυκλοφορούν με σκληρόδετο εξώφυλλο και έγχρωμες σελίδες.

Η έκδοση επεκτάθηκε με τρεις υλικές κυκλοφορίες και έναν αριθμό από ηλεκτρονικές (μέσω του Apple Store). Οι υλικές κυκλοφορίες ήταν το Storm of Magic (επικεντρώνονταν σε μάχες που χρησιμοποιούσαν κατακλυσμιαία μαγεία και επέτρεπαν επικλήσεις Τεράτων), το Blood in the Badllands (ένα Campaign με ιδέες για την αλλαγή των εποχών, μάχες σε υπόγεια περιβάλλοντα και Πολιορκίες) και τέλος το Triumph & Treachery (με κανόνες για μάχες πολλών αντιπάλων ταυτόχρονα και την στρατολόγηση Μισθοφόρων). Φυσικά δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τις δύο θαυμάσιες κυκλοφορίες της Forge World, τα Tamurkhan – Τhe Throne of Chaos και Monstrous Arcanum.

Το τέλος της έκδοσης ξεκίνησε με το Sigmars Blood τον Δεκέμβριο του 2013. Ένα γραμμικό Campaign μεταξύ Empire και Vampire Counts το οποίο άφηνε την υπόνοια πως κάτι μεγάλο ξεκινούσε. Και πράγματι, η Games Workshop αποφάσισε να αλλάξει σελίδα και να χτίσει ένα νέο σύμπαν μέσα από τις στάχτες του παλιού. Από τον Αύγουστο του 2014 μέχρι και τον Μάρτιο του 2015, κυκλοφορεί ένα πεντάτομο Campaign που περιγράφει το τέλος των πάντων (ποιο αναλυτικά τα End of Time Nagash, End of Times Glotkin, End of Times Kain, End of Times Thanquol και End of Times Archaon).

Στη σειρά αυτή ξετυλίγεται ένας πόλεμος κολοσσιαίων διαστάσεων που συμπεριλάμβανε όλον τον γνωστό κόσμο, οδηγώντας τελικά στον διαμελισμό του πλανήτη. Τον Ιούλιο του 2015, το Warhammer Fantasy Battles σταματά επίσημα να υποστηρίζεται από την Games Workshop. Από τα συντρίμμια του ξεπηδά ένας νέος χάρτης με υλικά πεδία να κρέμονται στους άνεμους της μαγείας. Εκεί ο Sigmar εγκαθιδρύει ένα νέο μέτωπο αντίστασης κατά του Χάους. Το παιχνίδι Age of Sigmar έχει δανειστεί την ευελιξία του Warhammer 40.000 και προωθώντας ένα εξαιρετικά απλοϊκό σύστημα κανόνων (τέσσερις σελίδες σύνολο) φιλοδοξεί να γίνει πόλος έλξης για μία νέα γενιά παικτών. Σε αυτό το σημείο ο κύκλος του Old World ολοκληρώνεται ύστερα από οχτώ εκδώσεις και διάστημα τριάντα δύο χρόνων.

Αυτή την εποχή υπάρχουν πολλοί οπαδοί του Warhammer που αρνούμενοι να αφήσουν πίσω το κλασικό ύφος του παιχνιδιού (με τις παρατεταγμένες σε ζυγούς και στοίχους μονάδες), είτε στρέφουν την προσοχή του στις παλιότερες εκδόσεις είτε διαμορφώνουν House Rules προσθέτοντας νέες ιδέες και χτίζοντας πάνω σε αυτές. Άξια λόγου είναι και η δεύτερη έκδοση του Kings of War, ενός παιχνιδιού από την εταιρία Mantic με κανόνες γραμμένους από τον Allesio Cavatore (ο οποίος αποχώρησε από την Games Workshop) και του Warthrone από την εταιρία Avatars of War, με κανόνες γραμμένους από τον Felix Paniagua (έναν πρώην γλύπτη της GW που αποχώρησε νωρίτερα για να ιδρύσει την Avatars of War).

Το σίγουρο είναι το Old World έζησε και αναπτύχθηκε πολύ περισσότερα χρόνια από ότι ανάμεναν οι δημιουργοί του και σίγουρα θα ζήσει για πολλά ακόμη χρόνια μέσα από την αγάπη των οπαδών του.

The End is Here (or Not)!

3xl

Advertisements

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s